Ποιους αφορά το νέο μέτρο, τι θα αποτυπώνει η ψηφιακή κάρτα και πότε προβλέπεται χρήση βιομετρικών
Η ψηφιακή κάρτα εργασίας στο Δημόσιο έχει περάσει αρκετές φορές τα τελευταία χρόνια από το στάδιο της εξαγγελίας και του σχεδιασμού. Τώρα, όμως, αποκτά για πρώτη φορά συγκεκριμένο νομοθετικό περίγραμμα.
Σύμφωνα με το νομοσχέδιο του υπουργείου Εσωτερικών που αναρτήθηκε σε δημόσια διαβούλευση στις 7 Αυγούστου και παραμένει ανοικτό για σχόλια έως τις 28 Αυγούστου 2026 περιλαμβάνει ειδική διάταξη για την καταγραφή του χρόνου εργασίας στους δημόσιους φορείς με χρήση ψηφιακής κάρτας.
Η διαδρομή μέχρι εδώ δεν ξεκίνησε από το μηδέν.
Το daily.nb.org, αναφέρει ότι η Ψηφιακή Κάρτα Εργασίας θεσμοθετήθηκε αρχικά για τον ιδιωτικό τομέα και τέθηκε σε εφαρμογή το 2022, ξεκινώντας από τράπεζες και μεγάλα σούπερ μάρκετ. Τον Μάρτιο του 2023 επεκτάθηκε και σε σειρά ΔΕΚΟ, μεταξύ των οποίων ΟΣΕ, ΟΑΣΑ, ΟΣΥ, ΕΥΔΑΠ και ΕΛΤΑ, με την κυβέρνηση να συνδέει τότε το μέτρο με την αδιάβλητη καταγραφή του ωραρίου και της φυσικής παρουσίας των εργαζομένων.
Το επόμενο βήμα είχε προαναγγελθεί πολύ πιο καθαρά στις αρχές του 2026. Στο Ενοποιημένο Σχέδιο Κυβερνητικής Πολιτικής για τη φετινή χρονιά περιλήφθηκε αυτοτελώς ως μεταρρύθμιση η «Εφαρμογή ψηφιακής κάρτας στο Δημόσιο», με αρμόδιο φορέα το υπουργείο Εσωτερικών. Ο σχεδιασμός προέβλεπε ολοκλήρωση της διαγωνιστικής διαδικασίας για την προμήθεια του απαραίτητου εξοπλισμού στο δεύτερο τρίμηνο και ανάπτυξη της σχετικής λειτουργικότητας στο Σύστημα Διαχείρισης Ανθρώπινου Δυναμικού έως το τέταρτο τρίμηνο του 2026.
Ποιοι υπάλληλοι μπαίνουν στην ψηφιακή καταγραφή
Η ρύθμιση έχει ευρύ πεδίο εφαρμογής. Οι φορείς του δημόσιου τομέα υποχρεούνται να τηρούν στο Σύστημα Διαχείρισης Ανθρώπινου Δυναμικού του υπουργείου Εσωτερικών στοιχεία μέτρησης του χρόνου εργασίας όχι μόνο των μόνιμων δημοσίων και δημοτικών υπαλλήλων, αλλά και κάθε άλλης κατηγορίας προσωπικού που υπηρετεί σε αυτούς με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, αορίστου ή ορισμένου χρόνου. Όπου λειτουργεί ήδη ωρομετρικό σύστημα, προβλέπεται, εφόσον είναι τεχνικά εφικτό, η διαλειτουργικότητά του με το κεντρικό σύστημα του υπουργείου Εσωτερικών.
Η κάρτα δεν θα καταγράφει απλώς ένα «χτύπημα» στην αρχή και στο τέλος της ημέρας. Σύμφωνα με το νομοσχέδιο, θα αποτυπώνονται η ώρα προσέλευσης, η ώρα αποχώρησης αλλά και κάθε μεταβολή του ημερήσιου ωραρίου. Την ευθύνη για την ορθή εφαρμογή των κανόνων έχουν παράλληλα οι προϊστάμενοι των οργανικών μονάδων, οι οποίοι θα ελέγχουν και την ορθότητα των καταχωρίσεων των υπαλλήλων που εποπτεύουν.
Το στοιχείο αυτό μεταβάλλει ουσιαστικά και τον τρόπο με τον οποίο θα ελέγχεται το ωράριο στο Δημόσιο. Η πληροφορία παύει να μένει αποκλειστικά σε επιμέρους συστήματα παρουσίας κάθε υπηρεσίας και συγκεντρώνεται στο ΣΔΑΔ, δημιουργώντας ενιαία ψηφιακή αποτύπωση του πραγματικού χρόνου εργασίας.
Τα δεδομένα της κάρτας θα μπορούν να χρησιμοποιούνται για την τήρηση του ωραρίου, τον υπολογισμό αποδοχών και αποζημιώσεων υπερωριακής απασχόλησης, τη στατιστική επεξεργασία και τον έλεγχο νομιμότητας από τα αρμόδια όργανα. Το ίδιο άρθρο βάζει, πάντως, ρητό φραγμό σε άλλες χρήσεις τους και απαγορεύει δυσμενή μεταχείριση εργαζομένου βάσει των δεδομένων αυτών πέρα από τις προβλεπόμενες πειθαρχικές και υπηρεσιακές διαδικασίες.
Και βιομετρικά σε εξαιρετικές περιπτώσεις
Η πιο ιδιαίτερη πρόβλεψη του νομοσχεδίου βρίσκεται ένα βήμα μετά την ψηφιακή κάρτα. Το άρθρο 101 ανοίγει, υπό αυστηρές προϋποθέσεις, τη δυνατότητα χρήσης βιομετρικής τεχνολογίας για την ταυτοποίηση και την καταγραφή της φυσικής παρουσίας εργαζομένων.
Η δυνατότητα αυτή δεν προβλέπεται ως γενικός κανόνας. Μπορεί να ενεργοποιείται όταν απαιτείται αυστηρός έλεγχος πρόσβασης λόγω διαβαθμισμένων εγκαταστάσεων, προστασίας κρίσιμων υποδομών ή εθνικής ασφάλειας. Προβλέπεται, όμως, και μία δεύτερη περίπτωση: όταν σε έναν φορέα έχουν διαπιστωθεί, έπειτα από έλεγχο της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας ή πειθαρχική διαδικασία, επαναλαμβανόμενες και ουσιώδεις παραβάσεις του ωραρίου μέσα σε διάστημα δώδεκα μηνών.
Ακόμη και τότε, η εγκατάσταση βιομετρικού συστήματος δεν γίνεται αυτομάτως. Χρειάζεται τεκμηρίωση ότι η ψηφιακή κάρτα αποδείχθηκε ανεπαρκής ή αναποτελεσματική, καθώς και γνώμη της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Προβλέπεται επίσης εκτίμηση αντικτύπου για την προστασία των προσωπικών δεδομένων πριν από την εγκατάστασή του, ενώ οι λόγοι που οδήγησαν στην εφαρμογή του μέτρου επανεξετάζονται ανά διετία. Εφόσον αυτοί εκλείψουν, το βιομετρικό σύστημα πρέπει να παύσει να χρησιμοποιείται.
Πότε θα αρχίσει να «χτυπά» η κάρτα
Η ψήφιση της διάταξης, εφόσον διατηρηθεί στην τελική μορφή του νομοσχεδίου, δεν σημαίνει ότι από την επόμενη ημέρα όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι θα χρησιμοποιούν ψηφιακή κάρτα. Το ίδιο το άρθρο παραπέμπει σε κοινή απόφαση των υπουργών Εσωτερικών και Ψηφιακής Διακυβέρνησης, με την οποία θα καθοριστούν το χρονοδιάγραμμα ένταξης των φορέων, οι τεχνικές προδιαγραφές, η διαλειτουργικότητα με το ΣΔΑΔ, οι προδιαγραφές τυχόν βιομετρικών συστημάτων και ο εναλλακτικός τρόπος καταγραφής σε περίπτωση τεχνικής αδυναμίας.
Υπάρχει επίσης δυνατότητα εξαιρέσεων. Με κοινή υπουργική απόφαση και κατόπιν αιτιολογημένης εισήγησης του αρμόδιου υπουργού μπορούν να εξαιρεθούν συγκεκριμένοι φορείς, οργανικές μονάδες ή κλάδοι προσωπικού. Συνεπώς, το νομοσχέδιο δημιουργεί ένα οριζόντιο πλαίσιο για τον δημόσιο τομέα, αλλά η πραγματική έκταση και η ταχύτητα εφαρμογής του θα κριθούν από τις υπουργικές αποφάσεις που θα ακολουθήσουν.
Η γενική διάταξη του νομοσχεδίου ορίζει ότι ο νόμος θα ισχύσει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, με την επιφύλαξη ειδικότερων ρυθμίσεων. Για την ψηφιακή κάρτα, ωστόσο, το κρίσιμο επιχειρησιακό βήμα παραμένει το χρονοδιάγραμμα ένταξης που θα καθοριστεί στη συνέχεια.
Έτσι, ένα μέτρο που για αρκετό διάστημα βρισκόταν στον κυβερνητικό σχεδιασμό αποκτά πλέον συγκεκριμένη νομοθετική βάση. Μετά τον ιδιωτικό τομέα και την πρώτη επέκταση σε ΔΕΚΟ, η ψηφιακή καταγραφή του χρόνου εργασίας περνά στον πυρήνα της δημόσιας διοίκησης, με το άρθρο 101 να ορίζει όχι μόνο ποιος και πότε θα «χτυπά» κάρτα, αλλά και ποιος θα ελέγχει την καταγραφή, για ποιους σκοπούς θα μπορούν να χρησιμοποιούνται τα δεδομένα και μέχρι πού μπορεί να φτάσει ο έλεγχος της φυσικής παρουσίας.