Έντονη δημόσια συζήτηση έχει προκαλέσει η κυβερνητική ρύθμιση που προβλέπει σημαντικές αυξήσεις στις αποδοχές του ανώτερου κλήρου, σε μια περίοδο κατά την οποία χιλιάδες ελληνικά νοικοκυριά συνεχίζουν να δοκιμάζονται από την ακρίβεια, το υψηλό κόστος στέγασης και τη συρρίκνωση του διαθέσιμου εισοδήματος.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν δει το φως της δημοσιότητας το protothema.gr, παρουσιάζει ποια είναι η αλήθεια για τις αυξήσεις για τον ανώτερο κλήρο, οι οποίες κυμαίνονται από περίπου 60% έως και 95%, ανάλογα με τα ακαδημαϊκά προσόντα και τη θέση των ιεραρχών. Μέχρι σήμερα όπως αναφέρει, οι αποδοχές των μητροπολιτών διαμορφώνονταν περίπου στα 2.400 ευρώ μικτά, επίπεδο που, σύμφωνα με εκκλησιαστικές πηγές, βρισκόταν χαμηλότερα ακόμη και από εκείνο άλλων θρησκευτικών λειτουργών του Δημοσίου.
Οι υποστηρικτές της ρύθμισης κάνουν λόγο για «θεσμική εξομοίωση» και αποκατάσταση μιας μισθολογικής ανισορροπίας που υφίσταται εδώ και χρόνια. Υποστηρίζουν ότι η αλλαγή δεν αποτελεί προνομιακή μεταχείριση, αλλά εναρμόνιση με το καθεστώς που ισχύει για άλλους ανώτερους κρατικούς και θρησκευτικούς λειτουργούς.
Ωστόσο, η χρονική συγκυρία είναι εκείνη που προκαλεί τις μεγαλύτερες αντιδράσεις. Σε μια χώρα όπου σημαντικό ποσοστό πολιτών δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στις βασικές ανάγκες διαβίωσης, πολλοί θεωρούν ότι η προτεραιότητα της Πολιτείας θα έπρεπε να είναι η ενίσχυση των πιο ευάλωτων κοινωνικών ομάδων, των χαμηλοσυνταξιούχων, των εργαζομένων με χαμηλά εισοδήματα και των νέων οικογενειών που δοκιμάζονται από την οικονομική πίεση.
Η δημόσια συζήτηση δεν αφορά μόνο τα ποσά. Αφορά κυρίως τον συμβολισμό. Σε μια δημοκρατία, οι πολιτικές αποφάσεις εκπέμπουν μηνύματα προς την κοινωνία για το ποιες ανάγκες θεωρούνται επείγουσες και ποιες ομάδες βρίσκονται στο επίκεντρο της κρατικής μέριμνας.
Το ερώτημα της κοινωνίας είναι απλό. Μπορεί η Πολιτεία να δικαιολογεί αυξήσεις που φτάνουν έως και τον διπλασιασμό των αποδοχών ανώτερων αξιωματούχων της Εκκλησίας, όταν μεγάλα τμήματα της κοινωνίας εξακολουθούν να παλεύουν με την ακρίβεια και τη φτώχεια;
Από την άλλη πλευρά, όσοι υπερασπίζονται το μέτρο υποστηρίζουν ότι η μισθολογική δικαιοσύνη δεν μπορεί να εξαρτάται αποκλειστικά από τη συγκυρία και ότι η εξομοίωση των αποδοχών έπρεπε να είχε γίνει εδώ και χρόνια.
Το βέβαιο είναι ότι η συγκεκριμένη ρύθμιση άνοιξε μια ευρύτερη συζήτηση για τις κοινωνικές προτεραιότητες της χώρας, τον ρόλο της Εκκλησίας και το μήνυμα που εκπέμπουν οι κυβερνητικές επιλογές σε μια περίοδο αυξημένων οικονομικών δυσκολιών για την ελληνική κοινωνία.
Η δημοσίευση από το Πρώτο Θέμα: Η αλήθεια για τις αυξήσεις στους μισθούς της ιεραρχίας: Τι έπαιρναν, τι θα παίρνουν αρχιεπίσκοπος, μητροπολίτες – Ήταν πιο κάτω από τους μουφτήδες
Έως τώρα παίρνουν 2.400 μικτά, κάτω και από τους μουφτήδες
Σε αυξήσεις που αγγίζουν ακόμη και τον διπλασιασμό των αποδοχών τους, οδηγεί η ρύθμιση στο πολυνομοσχέδιο του υπουργείου Οικονομικών για τον υπολογισμό των μισθών του ανώτερου κλήρου και βρίσκεται σε δημόσια διαβούλευση. Οι αυξήσεις ξεκινούν από 60% και φτάνουν περίπου το 95%, ανάλογα με τις επιστημονικές περγαμηνές των ιεραρχών. Στο διαδίκτυο έχει προκληθεί τεράστιος σάλος, εκκλησιαστικές πηγές μιλούν για εξορθολογισμό και «θεσμική εξομοίωση» στις αποδοχές του ανώτερου κλήρου, ενώ η αντιπολίτευση δεν έχει αντιδράσει, με εξαίρεση τον Γαβριήλ Σακελλαρίδη από τη Νέα Αριστερά και τον Στέφανο Παραστατίδη από το ΠΑΣΟΚ.
Ποια, όμως, είναι η αλήθεια για τους μισθούς του αρχιεπισκόπου, των μητροπολιτών και των επισκόπων; Αυτό που αλλάζει είναι ο τρόπος υπολογισμού των αποδοχών τους, που σύμφωνα με τη νέα ρύθμιση συνδέεται άμεσα με τις αποδοχές των γενικών γραμματέων υπουργείων, που φτάνουν τα 5.191 ευρώ μηνιαίως/μικτά. Ο Αρχιεπίσκοπος, οι Μητροπολίτες και οι τιτουλάριοι μητροπολίτες θα παίρνουν το 90% των αποδοχών του γενικού γραμματέα, δηλαδή 4.671, 90 ευρώ μικτά. Εως τώρα, οι αποδοχές για τον Αρχιεπίσκοπο είναι από 2.840 έως 2.915 ευρώ, μικτά, ανάλογα με το αν υπήρχε επίδομα μεταπτυχιακού ή διδακτορικού. Σε καθαρά, οι τωρινές αποδοχές κυμαίνονται στα 1.800 ευρώ και με την αύξηση τα καθαρά θα διαμορφωθούν περίπου στα 2.800 ευρώ. Αντίστοιχα, οι σημερινές καθαρές αποδοχές των επισκόπων είναι κοντά στα 1.500 ευρώ και να αυξηθούν στα 2.200 ευρώ το μήνα. Η αύξηση για τον (εκάστοτε) Αρχιεπίσκοπο ξεπερνά το 60%.
Ωστόσο, το γεγονός ότι πλέον με βάση τη νέα ρύθμιση ο τρόπος υπολογισμού είναι κοινός για τον Αρχιεπίσκοπο και για τους μητροπολίτες και τους τιτουλάριους μητροπολίτες, οδηγεί σε μεγαλύτερες ποσοστιαίες αυξήσεις γι’ αυτές τις κατηγορίες των αρχιερέων, αφού έως τώρα παίρνουν (ανάλογα με τα επιδόματα σπουδών) από 2.400 έως 2.475 ευρώ μικτά, μηνιαίως.













