Ο ΑΤΤΙΚΟΣ ΤΡΥΓΗΤΟΣ ΜΕ ΕΝΑ ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ ΠΡΙΝ ΑΠΟ…ΜΙΣΟ ΑΙΩΝΑ !
ΞΕΚΙΝΗΣΕ Ο ΤΡΥΓΟΣ ΣΤΑ ΜΕΣΟΓΕΙΑ ! ΚΑΛΗ ΣΟΔΕΙΑ ! ΚΑΛΑ ΚΡΑΣΙΑ !
ΓΙΑ ΝΑ ΕΧΟΥΝ ΠΑΝΤΟΤΕ ΤΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΑ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥΣ…
ΤΟ ΑΡΧΕΙΟ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΤΕΧΝΗΣ ΘΥΜΑΤΑΙ…

Η “ΡΕΤΣΙΝΑ” ΣΤΑ ΤΑΒΕΡΝΕΙΑ ΤΗΣ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΙΚΗΣ ΑΘΗΝΑΣ
Απόσπασμα από το βιβλίο του Ευάγγελου Ανδρέου “Ήτο ωραίον ρετσινάτο…”
“………Η περίοδος του μεσοπολέμου τίναξε στα ύψη την παραγωγή και την κατανάλωση της ρετσίνας. Τότε αφυπνίσθηκε και το…επιχειρηματικό «δαιμόνιο» των άλλοτε ταπεινών αγροτοαμπελουργών που διεκδίκησαν στην πρωτεύουσα το οινοπωλείο τους για να εμπορεύονται οι ίδιοι το προϊόν της πονεμένης παραγωγής τους. Έτσι, πέρα από την οινοποίηση προστέθηκε στην οικογενειακή ζωή και η έγνοια του κρασεμπόριου.

Η ρετσίνα, φτιαγμένη με σπιτική φροντίδα, κέρδισε την αγάπη των καλών πιοτήδων επειδή είχε μια «προσωπική» ιδιαιτερότητα που γινόταν ψυχική σχέση. Δεν ήταν ένα άκαρδο εργοστασιακό κρασί φυλακισμένο στο μπουκάλι με την κομψή διαφημιστική ετικέτα. Ανάλογα προσιτή στο λαϊκό βαλάντιο ήταν και η τιμή της. Ο παραγωγός κρασοπώλης φύσει ολιγαρκής
και «οικονόμος» ζύγιαζε το κέρδος του με τα σταθμά του πελάτη. Τον είχε παρέα. Τον κέρνούσε ένα «κατοσταράκι» παραπάνω κι άκουγε με τις ώρες τα καθέκαστά του, τ’άρεσε δεν τ’άρεσε. Ο ταβερνιάρης λέγανε «πρέπει να έχει μεγάλο στομάχι» για να χωράει τα βάσανα του καθενός.
Καθώς η παραγωγή αύξανε οι νοικοκυραίοι προσλάμβαναν εποχιακούς εργάτες για «να βγεί πέρα η δουλειά», τρυγητές και πατητές από τα γύρω μικρά αρβανιτοχώρια, τα Κιούρκα, τα Κόκλα, το Βαρνάβα… και από τα χωριά της Καρύστου. Πολύ αργότερα έρχονταν εργάτες από περιοχές της Θράκης (Έβρο) καθώς και της Καλαμπάκας.
Ήταν μεγάλο πλήθος. Γέμιζαν οι πλατείες και τα σπιτικά με εργατόκοσμο – άντρες και γυναίκες – σχεδόν απ’ όλη τη χώρα.

Πρόσθετη υποχρέωση και…πονοκέφαλος της οικογένειας ήταν η διάθεση του κρασιού και η συνακόλουθη αναζήτηση αγοραστή -«έμπορα»- με πρώτο και καλύτερο τον ταβερνιάρη της Αθήνας και του Πειραιά. Ελάχιστες και ονομαστές ταβέρνες ήταν στην Πλάκα αλλά και μικρότερα κρασοπουλειά, «κουτούκια», «καπηλειά» και «καρβουνιάρικα», που «ξεφύτρωναν» στις κοντινές συνοικίες, στο Μεταξουργείο, στου Ψυρρή, στην Κυψέλη, στα Πετράλωνα, στο Κουκάκι, λίγο πιό κάτω στα Πατήσια μέχρι το Περιστέρι όπου αργότερα και το γραφικό οινοπωλείο «Το καραούλι του Κολοκοτρώνη» του μπαρμπα-Γιώργη Κουμουνδούρου με τη λαχταριστή σπατανέϊκη ρετσίνα. Την ίδια εποχή πρωτοεμφανίσθηκαν και οι πρώτες μπακαλοταβέρνες στα «πέριξ» όπως στα 1920 του Σαλματάνη στην Κηφισιά, του γαρδικιώτη Αριστείδη Παπακωνσταντίνου στον Πειραιά, το περίφημο «Ειδικόν» ή του μπαρμπα Θανάση του Βασίλαινα από τα Μέγαρα που μαζί με τη γυναίκα του την κυρα- Ειρήνη στήσανε τη μπακαλοταβέρνα τους λίγο πιό πέρα από το εργοστάσιο του Παπαστράτου στον Πειραιά φέρνοντας και τη μεγαρίτικη ρετσίνα τους προς άφατη τέρψη του προσωπικού από τις γύρω φάμπρικες.
Η ρετσίνα άνοιγε τα σώψυχα της συντροφιάς, κέντριζε το μεράκι, συναντούσε στο ανθρώπινο πρόσωπό του το συμπότη, έφερνε στα χείλη το χιούμορ, το χωρατό και το άκακο πείραγμα. Κι όταν άρχιζε το τραγούδι όλα γίνονταν ένα μύρο ευφορίας όπως το άρωμά της.

Όμως το πράγμα είχε και την ανάποδη πλευρά του. Ανάμεσα στους έντιμους και ντόμπρους ταβερνιάρηδες υπήρχε και ο κατεργάρης. Ένας νέρωνε το κρασί για να χάνει η ρετσίνα το άγιο σώμα της και να κερδίζει από την αύξηση της ποσότητας. Άλλος μάζευε τα αποπίσματα (απομεινάρια, βιδάνια) και τα ξανασέρβιρε την επομένη. Άλλος ανακάτευε τα σώσματα με τα γιοματάρια κι άλλος θείωνε το περσινό κρασί για να κρατήσει λίγο ακόμα καιρό το γευστικό στρογγύλεμά του σε βάρος του αρώματος. Αυτό το πουλούσε σ΄εκείνους που «δεν ήξεραν από κρασιά» αλλά ο αυθεντικός κρασοπότης δεν ξεγελιόταν και συχνά ο μπαγαπόντης κάπελας άκουγε τα σχολιανά του… Πριν καλά-καλά ακουμπήσουν στα χείλη τους τη ρετσίνα μάντευαν οι πο-λύπειροι κρασοπατέρες την ποιότητα. Πολλές φορές γίνονταν ανυπόφοροι με την καχυποψία τους όταν πήγαιναν οι ίδιοι να «πιάσουν» κρασί από την κάνουλα του βαρελιού που πίστευαν πως είχε το καλύτερο γιοματάρι. Άλλοι έφευγαν θυμωμένοι από το μαγαζί γιατί ο ταβερνιάρης γέμιζε τα ποτήρια τους από το «φερτό». Ήταν κρασί από τις νταμιτζάνες, όχι από το βαρέλι!………”











