Το ξεκίνημα στα πέτρινα χρόνια…
Πριν από την θάλασσα…
Μισθός 21 λίρες και κάτι σελίνια
Κατέβηκα Πειραιά στην ακτή Μιαούλη, η ακτή γεμάτη Αμερικανοί ναύτες, γυναίκες τους τραβούσαν, ο στόλος είχε φουντάρει στον Δέλτα του Φαλήρου, κοίταζα με τον στόμα ανοιχτό, κάπου εκεί κοντά ήταν το Μπαρ John Bull. Έψαχνα το ναυτιλιακό γραφείο Αδελφών Λυκούδη, θα έβγανα φυλλάδιο να μπαρκάρω, μέχρι που μου είπαν επειδή έχω γεννηθεί Κεφαλονιά ανήκω στην Β! περιφέρεια και θα πρέπει να εκδοθεί από την Πάτρα…άλλη μια καθυστέρηση εποχή 1949
Γύρισα στην δουλειά μου, στο Ρουφ…
Με επιγραφή στον τοίχο ‘Ταβέρνα ο Τσάπαλος’ είχε το γραμμόφωνο διαπασών με το άσμα: (Συννεφιασμένη Κυριακή, μοιάζεις με την καρδιά μου…) Η σκηνή στο Ρουφ τα μεσημέρια που σταματούσε το εργοστάσιο, ώρα φαγητού- περνούσα απ’ έξω η μυρωδιά των φαγητών μου έφερνε ζάλη, κοίταζα μέσα στα ταψιά φιγουράριζαν πατάτες του φούρνου και φασόλια γίγαντες, 2.000 δρχ. η μερίδα, με μπόλικο λάδι χωρίς ψωμί.
Δίπλα σε κάποια απόσταση, περνούσαν οι σιδηροδρομικές γραμμές των ΣΕΚ Στην κατηφόρα μετά από τις γραμμές νεοσύλλεκτοί φαντάροι έκαναν γυμνάσια, με το όπλο στα σκέλια άφηναν τον εαυτόν τους να ρολάρει στο χέρσο αυτό κομμάτι γης. Καθόμουν και τους έβλεπα όσο το επέτρεπε η ώρα. Λίγο πιο κάτω ήταν ο στρατώνας του Ρουφ.
Απέναντι από την ταβέρνα ένα μικρό οίκημα φαινόταν ερειπωμένο, το μισό ήταν εργοστάσιο παραγωγής λαμπτήρων για φακούς και ποδήλατα. Το άλλο μισό άδειο. Εκεί εργαζόμουν για περίπου ένα χρόνο, 15 χρονών παιδί με κοντά παντελονάκια εργάτες 6 κορίτσια και δυο αγόρια. Ημερομίσθιο 11.000 δρχ. ημερησίως.
Η τιμή του δολαρίου στην αρχή ήταν 12.000, μετά ανέβηκε και σταμάτησε 15.000 δρχ. Όχι δεν υπήρχε τηλέφωνο, όμως είχαν ανοίξει στον πέτρινο τοίχο μια τρύπα σε ύψος τραπεζιού, στο διπλανό άδειο κτίριο του ιδίου γκρινιάρη παράξενου ιδιοκτήτη. Έτσι όταν χτύπαγε το τηλέφωνο σαν πιο μικρός ανέβαινα στο τραπέζι επάνω πέρναγα το κεφάλι μου από την τρύπα κι απαντούσα, περιττό να πω το πανδαιμόνιο που γινόταν κορίτσια-γυναίκες τραγουδούσαν της εποχής (Το φανταράκι απόψε πάει, έχει μεράκια και τάχει πιει…) μα και το (Πέφτουν οι σφαίρες σαν το χαλάζι κι ακουμπισμένος σ’ ένα δεντρί, ο τραυματίας αναστενάζει και την μανούλα του κοιτάει για να βρει…) μια παρέα από 4 κορίτσια ήταν από την Κερατέα μιλούσαν Αρβανίτικα μεταξύ τους, μου φαινόταν τόσο παράξενο. Χειμώνας πήγαμε με έναν γνωστό οδηγό κίτρινων λεωφορείων της Πάουερ στην οδό Αθηνάς στα παλιατζίδικα, νομίζω κάπου λεγόταν αμερικανική αγορά, αγόρασα ένα μεταχειρισμένο πανωφόρι 70.000 δρχ. Μετά το μαρτύριο του φαγητού δεν βγαίναμε, θυμάμαι πήγαινα στην Λαϊκή Καλλιθέας περνούσα από την οδό Φιλάρετου έπαιρνα ότι έβρισκα φτηνό, για κρέας κονσέρβα κόρνεδ μπιφ Αργεντινής το τηγανίζαμε.
Όλα αυτά κόπηκαν απότομα, ένα φουρτουνιασμένο κύμα έφτασε ως εκεί, μας έπνιξε με τον αφρό του και πήρε μαζί του μόνο έναν, την αφεντιά μου… ήταν το πρώτο μου μπάρκο… ένα Λίμπερτυ καμαρωτάκι του πληρώματος μισθός 21 λίρες και κάτι σελίνια Αύγουστος 1950
Γαβριήλ Παναγιωσούλης
“H Φωτογραφία το Λίμπερυ που μπαρκάρησα”