Οι πολεοδομίες περνούν στο Κτηματολόγιο – Στόχος η ταχύτερη έκδοση αδειών
Μια από τις σημαντικότερες μεταρρυθμίσεις που ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης στη ΔΕΘ 2025 αφορά τη μεταφορά των πολεοδομιών (ΥΔΟΜ) από τους δήμους στο Κτηματολόγιο.

Η κυβέρνηση εκτιμά ότι με αυτή την αλλαγή θα ενισχυθεί η διαφάνεια, θα περιοριστούν οι καθυστερήσεις και θα μειωθεί ο χρόνος έκδοσης οικοδομικών αδειών, καθώς οι ΥΔΟΜ θεωρούνται διαχρονικά ένας «μεγάλος ασθενής» του δημοσίου.
Η σημερινή εικόνα
-
Μόνο 185 από τους 332 δήμους (56%) διαθέτουν ΥΔΟΜ.
-
Το 44% των δήμων δεν έχουν δική τους υπηρεσία και εξυπηρετούνται από όμορους, συχνά με μεγάλες δυσκολίες.
-
Ο μέσος χρόνος έκδοσης οικοδομικής άδειας κυμαίνεται από 6 έως 8 μήνες, με ακραίες περιπτώσεις που ξεπερνούν και τα 5 χρόνια.
-
Υπάρχουν τεράστιες ανισότητες στον ρυθμό εξυπηρέτησης, που επιβαρύνουν πολίτες και επενδύσεις.
Τι αλλάζει με τη μεταφορά στο Κτηματολόγιο
Η μεταρρύθμιση βρίσκεται ακόμη στο στάδιο λήψης της τελικής πολιτικής απόφασης. Ωστόσο, η βασική στόχευση είναι:
-
η κεντρικοποίηση των υπηρεσιών,
-
η ενίσχυση των ψηφιακών εργαλείων,
-
και η δημιουργία ενός πιο αποτελεσματικού μηχανισμού για την αδειοδότηση.
Η κυβέρνηση προσδοκά ότι η μεταφορά στο Κτηματολόγιο θα λειτουργήσει ως «θεραπεία» για ένα από τα πιο προβληματικά πεδία της δημόσιας διοίκησης, διευκολύνοντας πολίτες, μηχανικούς και επενδυτές.
Η μεταρρύθμιση προβλέπει ότι στους Δήμους παραμένουν τα τμήματα του πολεοδομικού σχεδιασμού, ενώ στο Κτηματολόγιο μεταφέρονται μόνο τα τμήματα έκδοσης οικοδομικών αδειών και ελέγχων κατασκευών.
Οι υπηρεσίες που θα ενσωματωθούν στο Κτηματολόγιο θα λειτουργούν ως αυτοτελείς μονάδες , δηλαδή ως Κέντρα Δόμησης με προσωπικό από τις υφιστάμενες ΥΔΟΜ, οι οποίες θα αναλάβουν τις αρμοδιότητες που έως σήμερα ασκούσαν οι Υπηρεσίες Δόμησης, των Τμημάτων Έκδοσης Οικοδομικών Αδειών και Ελέγχων Κατασκευών, ενώ οι διοικητικές υπηρεσίες του Κτηματολογίου θα παρέχουν υποστηρικτικό ρόλο για την ομαλή ένταξη και λειτουργία της νέας Διεύθυνσης.
Το σκεπτικό πίσω από την ένταξη των ΥΔΟΜ στο Ελληνικό Κτηματολόγιο είναι η λειτουργία των υπηρεσιών στη λογική της υπηρεσίας μιας στάσης (one–stop–shop) παρέχοντας τη δυνατότητα αξιοποίησης των εξελιγμένων ψηφιακών εργαλείων και των πρόσθετων πόρων και εμπειρίας που μπορεί να προσφέρει το νεοσυσταθέν Κτηματολόγιο ενώ στόχος είναι η μείωση της γραφειοκρατίας και η ταχύτερη εξυπηρέτηση των πολιτών.
Πώς θα στελεχωθούν τα Κέντρα Δόμησης του Κτηματολογίου
Τα Κέντρα Δόμησης του Κτηματολογίου θα βασιστούν στους υπάρχοντες υπαλλήλους-μηχανικούς των ΥΔΟΜ οι οποίοι θα μπορούν να μετακινηθούν οικειοθελώς από τους δήμους στο Ελληνικό Κτηματολόγιο. Ο σχεδιασμός προβλέπει ότι η μετάβαση θα γίνει σταδιακά και με προγραμματισμένο τρόπο, ώστε να εξασφαλιστεί η απρόσκοπτη λειτουργία των υπηρεσιών και η ομαλή ενσωμάτωση του προσωπικού που θα επιλέξει να ενταχθεί στην νέα οργανωτική δομή.
Η ένταξη θα πραγματοποιηθεί μέσω της δημιουργίας νέας αυτοτελούς οργανικής μονάδας – Διεύθυνσης, στο πλαίσιο του Ελληνικού Κτηματολογίου. Στο προσωπικό που θα επιλέξει να συμμετάσχει θα δοθούν κίνητρα για την ομαλή μετάβαση και την ενίσχυση της υπηρεσιακής τους πορείας. Έτσι, η νέα οργανωτική δομή θα στελεχωθεί μέσω της κινητικότητας από τις σημερινές ΥΔΟΜ, με την θέσπιση ισχυρών κινήτρων, τα οποία σε συνδυασμό με τα ψηφιακά εργαλεία που διαθέτει το Ελληνικό Κτηματολόγιο, τον ψηφιακό χάρτη, τον νέο χωροταξικό σχεδιασμό και το νέο Κώδικα Χωροταξίας & Πολεοδομίας που κυρώνεται άμεσα, θα λειτουργήσουν θελκτικά προς την κατεύθυνση αυτή.
Η μεταφορά των Υπηρεσιών Δόμησης από τους δήμους στο Κτηματολόγιο αναμένεται να υλοποιηθεί αφού ολοκληρωθεί ο διάλογος με τους υπηρεσιακούς παράγοντες, το Κτηματολόγιο με τους εκπρόσωπους της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, ώστε να κατατεθούν προτάσεις και να ενσωματωθούν όπου χρειάζεται, για ομαλή μετάβαση. Αυτό σημαίνει ότι οι Έλληνες πολίτες ακόμη και εάν δεν δουν πολύ άμεσα να αλλάζει η καθημερινότητά τους όσον αφορά στις συναλλαγές τους με τις Πολεοδομίες, τουλάχιστον θα προσβλέπουν, έστω και σε βάθος χρόνου, σε μια ενδεχόμενη βελτίωση των χρόνων αναμονής και σε πιο δίκαιες διαδικασίες με κοινούς κανόνες και μεγαλύτερη ανεξαρτησία και διαφάνεια.












