Αγαπητοί Αναγνώστες,
καθώς πλησιάζουμε στο τέλος ενός ακόμη εκκλησιαστικού έτους (2024-2025), που για την Ορθόδοξη Εκκλησία ολοκληρώνεται στις 31 Αυγούστου και όχι 31 Δεκεμβρίου, μας δίνεται μια πολύτιμη ευκαιρία, που οφείλουμε να αξιοποιήσουμε, για περισυλλογή, ανασκόπηση και επανεκτίμηση της πνευματικής αλλά και της εν γένει πορείας μας.
Το ημερολόγιο της Εκκλησίας δεν είναι απλώς ένα οργανωτικό σχήμα για την τέλεση των εορτών, αλλά ένας βαθιά θεολογικός κύκλος που διαρκώς μας παιδαγωγεί, μας κατευθύνει και μας καλεί σε μετοχή στη ζωή του Χριστού και των Αγίων Του. Μέσα σε αυτόν τον κύκλο, κάθε πιστός καλείται να μετρήσει τα βήματά του όχι με κοσμικά κριτήρια επιτυχιών ή αποτυχιών, αλλά με το μέτρο της χάριτος, της μετανοίας και της αγάπης που έδωσε η όχι σε κάθε πλησίον, σε κάθε αδελφό γνωστό ή άγνωστο.
Το εκκλησιαστικό έτος ξεκινά με την 1η Σεπτεμβρίου (Αρχή της Ινδίκτου), ημέρα αφιερωμένη στη μνήμη της δημιουργίας του κόσμου, και ολοκληρώνεται με την εορτή της Κατάθεσης της Τιμίας Ζώνης της Θεοτόκου στις 31 Αυγούστου. Μεταξύ αυτών των χρονικών ορίων κάθε έτους, ο πιστός διατρέχει όλα τα μυστήρια της θείας Οικονομίας: την Ενανθρώπηση, τη Σταύρωση, την Ανάσταση, την Πεντηκοστή. Έχουμε τονίσει σε αρκετά άρθρα μας, ότι κάθε εορτή δεν είναι μια απλή ανάμνηση γεγονότων του παρελθόντος, αλλά πραγματική μετοχή στο παρόν του Χριστού, ο οποίος «χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτός, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας» (Ἑβρ. 13,8). Επομένως, η ανασκόπηση του εκκλησιαστικού έτους είναι στην πραγματικότητα μια ανασκόπηση της σχέσεώς μας με τον Ζώντα Θεό, και μια προσπάθεια βελτιώσεως των παθών και αδυναμιών μας. Στόχους όχι μεγάλους και ανέφικτους, αλλά μικρά βήματα που είναι όμως εφικτά και ρεαλιστικά.
Αν σταθούμε με ειλικρίνεια απέναντι στον έσω ευατό μας, όχι της βιτρίνας και της γνώμης που έχει ο κόσμος για εμάς, θα διαπιστώσουμε ότι το έτος που πέρασε υπήρξε για τον καθένα μας γεμάτο ευλογίες, αλλά και αδυναμίες. Υπήρξαν Κυριακές που ίσως δεν βρεθήκαμε στον Ναό, εορτές που δεν βιώσαμε με την καρδιά μας, ευκαιρίες μετανοίας που αφήσαμε να χαθούν, άνθρωποι δίπλα μας που περίμεναν ένα λόγο ή μια πράξη αγάπης και δεν την έλαβαν. Ταυτόχρονα, όμως, υπήρξαν στιγμές που νιώσαμε τη δύναμη της Θείας Χάριτος, που η προσευχή μας ανακούφισε, που η συμμετοχή μας στη Θεία Λειτουργία γέμισε φως, που ο λόγος του Ευαγγελίου μας καθοδήγησε, που κάποιο έργο αγάπης μάς χάρισε ειρήνη. Αυτή η συνύπαρξη φωτός και σκότους, νίκης και αδυναμίας, είναι η πραγματικότητα της πνευματικής μας πορείας, σαν ένα καρδιογράφημα με πάνω και κάτω γραμμές.














