Ο Αλέκος Παναγούλης υπήρξε μία από τις πιο εμβληματικές μορφές του αντιδικτατορικού αγώνα στην Ελλάδα. Με απαράμιλλο θάρρος και αφοσίωση στη Δημοκρατία, στάθηκε απέναντι στη Χούντα των Συνταγματαρχών, θέτοντας σε κίνδυνο την ίδια του τη ζωή. Η παρούσα ωδή είναι ένας λυρικός φόρος τιμής στον άνθρωπο που δεν δίστασε να πληρώσει το ύψιστο τίμημα για τις ιδέες του, παραμένοντας μέχρι το τέλος πολεμιστής του φωτός.
Γράφει ο Δημοσιογράφος Ισίδωρος Καρδερίνης

Ωδή στον Αλέκο Παναγούλη
Ω ήρωα των ηρώων του αντιδικτατορικού αγώνα
Στη Γλυφάδα πρωτοείδες του ήλιου το χρυσό φως
Τα λουλούδια γιόρταζαν στ’ ουρανού τον ανθώνα
Και του Ιούλη σ΄ αγκάλιαζε ο θερμός ανασασμός.
Του φοιτητικού κινήματος ήσουν μορφή ηγετική
Στην καρδιά σου πάθος σφοδρό για τη Δημοκρατία
Στα φωτερά σου μάτια πύρινη φλόγα αγωνιστική
Και στα στήθη σου γενναιότητα κι ανδρεία.
Κι όταν βγήκαν τα τανκς με δυνατό κροταλισμό
Έδωσες όρκο ιερό να πολεμήσεις τη Δικτατορία
Οι μύες του προσώπου σου έσφιγγαν από θυμό
Και στα ροδαλά σου χείλη λόγια μ’ ευψυχία.
Τρισκότεινα ξημερώματα ενός Απρίλη θλιβερού
Κι η Ελλάδα αλυσοδεμένη, μουντή και παγωμένη
Οι στρατιωτικοί περιπολούσαν με τα όπλα παντού
Κι η γαλανόλευκη σημαία κυμάτιζε προδομένη.
Οι πόρτες έσπαγαν και μπαίναν μέσα οι ασφαλίτες
Και παίρναν για την εξορία δημοκρατικούς πολίτες
Της Ιστορίας το βιβλίο σε μια ακόμα μελανή σελίδα
Και στου καιρού τη μαύρη αγκαλιά η καταιγίδα.
Η χώρα είχε μπει στον γύψο, πληγωμένος ο λαός
Βασανιστήρια, φυλακίσεις, φόνοι, φόβος ισχυρός
Αλλά και μεσαίωνας πνευματικός και πολιτιστικός
Καταργημένες οι ελευθερίες και μόνο κοπετός.
Λιποτάχτησες απ’ το στράτευμα ένα μήνα μετά
Στο οποίο ήσουν ατρόμητος έφεδρος αξιωματικός
Δεν άντεχες να υποκύπτεις στης Χούντας τη λαλιά
Και βιαζόσουν να γίνεις πολεμιστής του φωτός.
Έφυγες τον Ιούνη μυστικά για την Κύπρο μ’ ορμή
Για να οργανώσεις της αντίστασης ένοπλο κίνημα
Συνεργάστηκες εκεί για να λάβεις βοήθεια οπλική
Για τη δολοφονία του Παπαδόπουλου για ξεκίνημα.
Ένα χρόνο μετά μες στου Αυγούστου την αιθρία
Του είχες στήσει λίγο έξω απ’ τη Βάρκιζα καρτέρι
Ξάφνου του Δικτάτορα η λιμουζίνα με τη συνοδεία
Κι αμέσως στον πυροκροτητή το δεξί σου χέρι.
Μια έκρηξη τρομερή αλλά για μια σταλιά αποτυχία
Του τύραννου σώθηκε από θαύμα η κακοποιός ζωή
Στα βράχια τ’ απόκρημνα σε συνέλαβε η Αστυνομία
Και σε μετέφεραν στης ΕΣΑ την κόλαση τη φρικτή.
Εκεί ο Θεοφιλογιαννάκος, ο αρχιβασανιστής σου
Σε ανέκρινε με φάλαγγα, μ’ ανηλεή γρονθοκοπήματα
Μ’ εγκαύματα, μ’ άγρια ραβδίσματα, με σύρματα
Μα ατσαλένια και παροιμιώδης η αντοχή σου.
Ο Θεοφιλογιαννάκος κι άλλοι βασανιστές μανιασμένοι
Σου έβαζαν μες στην ουρήθρα βελόνα πυρακτωμένη
Και ράγιζε άναυδη του βασανιστηρίου κάθε κολώνα
Μα εσύ είχες μέσα σου του Χριστού την εικόνα.
Αρνιόσουν το φαγητό μετά τον βασανισμό σου
Σε πήγαν στο νοσοκομείο με πληγές και σε κώμα
Δεν μπορούσαν να συνθλίψουν τον ψυχισμό σου
Και σ’ αλυσόδεσαν σαν λήσταρχο πάνω στο στρώμα.
Συνήλθες κι ήρθε ο Θεοφιλογιαννάκος αγριεμένος
«Μίλα ή θα σε κάνω να μιλήσεις εγώ» είπε με μανία
Τον έφτυσες στο πρόσωπο μ’ απέχθεια κι αηδία
Και σου έδωσε μια πολύ γερή γροθιά με μένος.
\













