Σαν σήμερα 1η Αυγούστου του 1973, αυτοκτόνησε στο Σουργκούτ της Σιβηρίας ο Νίκος Ζαχαριάδης, απομονομένος 17 ολόκληρα χρόνια από την ηγεσία της ΕΣΣΔ.
Ο Νίκος Ζαχαριάδης γεννήθηκε στη Νικομήδεια της Μικράς Ασίας τον Απρίλιο του 1903. Την παιδική και εφηβική του ζωή την πέρασε στη Νικομήδεια, στην Ανδριανούπολη, στα Σκόπια και για ένα μικρό διάστημα στην Κωνσταντινούπολη δουλεύοντας ναυτεργάτης στο δρομολόγιο Οδησσός- Κωνσταντινούπολη. Εκεί συνδέθηκε με την εργατική ένωση και έγινε μέλος της σοσιαλιστικής οργάνωσης.

Από την Κωνσταντινούπολη πέρασε στην επαναστατημένη Ρωσία όταν άρχισε η ξένη ιμπεριαλιστική στρατιωτική επέμβαση για το πνίξιμο της νεαρής σοβιετικης δημοκρατίας.
Ο Νίκος Ζαχαριάδης πήρε ενεργό μέρος ενάντια σε αυτή την επέμβαση και έγινε μέλος του Ρωσικού Κομμουνιστικού Κόμματος.
Το 1924 έφθασε στην Ελλάδα και μέχρι το 1928 αγωνίστηκε μέσα από τις γραμμές της ΟΚΝΕ και εκλέχτηκε μέλος του γραφείου της Κεντρικής Επιτροπής. Τα χρόνια αυτά απέκτησε σημαντική πείρα επαναστατικής δράσης. Συνελήφθη από την ασφάλεια και κλείστηκε σαν υπόδικος στις φυλακές αλλά κατά την μεταφορά του για ανάκριση δραπέτευσε.
Στις αρχές του 1929 το ΚΚΕ τον έστειλε για κομματικές σπουδές στη Μόσχα (ΚΟΥΤΒ). Στην Ελλάδα επέστρεψε το Νοέμβριο του 1931 και ανέλαβε γραμματέας του κόμματος μετά απο υπόδειξη της 3ης Διεθνούς.
Ο Ν. Ζαχαριάδης διετέλεσε Γραμματέας της ΚΕ του ΚΚΕ από το 1931-1935 και Γενικός Γραμματέας της έως το 1956.
Στις 17 Σεπτεμβρίου 1936 συνελήφθη από την ασφάλεια του Μεταξά και μεταφέρθηκε στις φυλακές της Κέρκυρας σε αυστηρή απομόνωση. Στις αρχές του 1940 μεταφέρθηκε στη Γενική Ασφάλεια Αθηνών και κλείστηκε σε ειδικά μπουντρούμια στο κτίριο της Ανώτατης Εμπορικής Σχολής.
Μέσα απο το κελί της αυστηρής απομόνωσης έστειλε ο Ν. Ζαχαριάδης το ιστορικής σημασίας ανοιχτό γράμμα προς το λαό της Ελλάδας με ημερομηνία 31 Οκτωβρίου 1940 και δημοσιεύτηκε στον τύπο της Αθήνας. “¨Ο λαός της Ελλάδας διεξάγει σήμερα έναν πόλεμο εθνικοαπελευθερωτικό, ενάντια στο φασισμό του Μουσολίνι. Δίπλα στο κύριο μέτωπο και ο κάθε βράχος, η κάθε ρεματιά, το κάθε χωριό, καλύβα με καλύβα, η κάθε πόλη, σπίτι με σπίτι, πρέπει να γίνει φρούριο του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα” έγραφε μεταξύ άλλων ο Γ.Γ του ΚΚΕ.
Στις 27 Απριλίου του 1941 η ασφάλεια των Αθηνών παρέδωσε το Ν. Ζαχαριάδη στην Γκεστάπο και στις 30 Νοεμβρίου 1941 μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο Νταχάου στη Γερμανία.
Το 1945, 17 Απριλίου τα αμερικάνικα στρατεύματα απελευθερώνουν τους κρατούμενους του Νταχάου και ανάμεσα τους και τον Νίκο Ζαχαριάδη. Στις 29 Μάϊου επέστρεψε στην Αθήνα και ανάλαβε ξανά τα καθήκοντα του Γενικού Γραμματέα του ΚΚΕ.
Με το τέλος του ΔΣΕ (Αύγουστος του 1949) και μέχρι το τέλος του 1949 αρκετές δεκάδες χιλιάδες μαχητές και μαχήτριες πέρασαν στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και κυρίως στη Σοβιετική Ένωση 20.000 περίπου. Τόπος διαμονής τους από το ΚΚΣΕ ορίστηκε η Τασκένδη πρωτεύουσα της σοβιετικής δημοκρατίας του Ουζμπεκιστάν.
Το 1953 πέθανε ο Ιωσήφ Στάλιν και έξι μήνες μετά το θάνατο του την εξουσία την πήρε ο Χρουσώφ ο οποίος μέχρι τότε ήταν γραμματέας της Κ.Ε. του ΚΚΣΕ. Άρχισε να δημιουργείται μια νέα κατάσταση στο παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα, την οποία ήθελε να επιβάλει ο Χρουσώφ
Το Μάρτιο του 1956 συνεδρίασε στο Βουκουρέστι η 6η Ολομέλεια του ΚΚΕ που συγκάλεσε η επιτροπή των έξι Κ.Κ. (ΕΣΣΔ, Βουλγαρίας, Ρουμανίας, Τσεχοσλοβακίας, Ουγγαρίας, Πολωνίας) και καθαιρέθηκε ο Νίκος Ζαχαριάδης από τη θέση του Γενικού Γραμματέα του ΚΚΕ.
Το 1957, 18-24 Φεβρουάριου συνεδρίασε η 7ή Ολομέλεια της διορισμένης Κ.Ε του ΚΚΕ και με την σύμφωνη γνώμη του σοβιετικού αντιπροσώπου Κοουσίνεν διεγράφη ο Νίκος Ζαχαριάδης με τις κατηγορίες του προβοκάτορα, του πράκτορα, του δογματιστή, του σεχταριστή και του τυχοδιώκτη.
Στη συνέχεια τον έστειλαν σε απομόνωση μαζί με το μικρό του γιό τον Σήφη (7 χρονών) στο Μπόροβιτς. Περιοχή ελεγχόμενη 200 χιλιόμετρα βόρεια της Μόσχας και τόπος απομόνωσης των ανεπιθύμητων.
Στο Μπόροβιτς ο Νίκος Ζαχάριαδης είχε επαφές με συντρόφους του και για αυτό το 1962 τον μετέφεραν βίαια και εξόρισαν μαζί με το γιό του Σήφη στο Σουργκούτ της Σιβηρίας, όπου έμελλε την 1η Αυγούστου 1973 να πεθάνει (αυτοκτονία).
Η σορός του μεταφέρθηκε από το Σουργκούτ και τάφηκε στο Α΄ νεκροταφείο Αθηνών το 1991.
Το ΚΚΕ επίσημα αποκατάστησε το Νίκο Ζαχαριάδη με την απόφαση της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης του κόμματος στις 16 Ιουλίου το 2011.
Τον Οκτώβριο του 2011 το ΚΚΕ διοργάνωσε εκδήλωση στη μνήμη του Νίκου Ζαχαριάδη στο Α΄ νεκροταφείο Αθηνών.
Στο τελευταίο γράμμα της ζωής του προς την καθοδήγηση του ΚΚΕ, ο Ν. Ζαχαριάδης υπογραμμίζει: «Στη ζωή μου, έκανα πολλά λάθη και στραβά. Ο αναμάρτητος πρώτος το λίθο βαλέτω. Ομως με κατηγόρησαν ότι πρόδωσα το ΚΚΕ και τον αγώνα και με διέγραψαν απ’ το κόμμα… Το ΚΚΕ ήταν και παραμένει το κόμμα μου και κανένας δεν μπορεί να το χτυπήσει και να το λερώσει χρησιμοποιώντας το όνομά μου… Με το ΚΚΕ δεν είχα ούτε έχω ανοιχτούς λογαριασμούς. Ούτε μπορούσα ποτέ να ‘χω».
Η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ τον Ιούλιο του 2011, εκτιμώντας συνολικά και σε βάθος την πορεία και την προσφορά του Ν. Ζαχαριάδη (στα πλαίσια της συγγραφής του Β’ Τόμου του Δοκιμίου Ιστορίας του ΚΚΕ), ακύρωσε όλες τις προηγούμενες Αποφάσεις της 6ης και της 7ης Ολομέλειας (1956 και 1957) σε βάρος του, καθώς και τα πορίσματα του 1964 και του 1967, ενώ αποφάσισε την πλήρη αποκατάστασή του στο ΚΚΕ.
Διαβάστε
Το βιογραφικό του, γραμμένο απ΄ τον ίδιο,
Το βιογραφικό
Το βιογραφικό σημείωμα του Νίκου Ζαχαριάδη, που έγραψε ο ίδιος στις 15 Αυγούστου του 1946, δημοσιεύτηκε στο βιβλίο «Νίκος Ζαχαριάδης: Ιστορικά Διλήμματα Ιστορικές απαντήσεις» (εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ) σε επιμέλεια Γιώργου Πετρόπουλου. Στη δημοσίευση κρατήθηκε η ορθογραφία του συντάκτη:
“Γεννήθηκα στις 27.4.1903 στην Αδριανούπολη. Ο πατέρας μου Παναγιώτης είταν από μικροαστική οικογένεια, τέλειωσε στην Πόλη τη Μεγ. του Γένους Σχολή, δούλεψε μερικά χρόνια καπνεργάτης, ειδικεύθηκε εξπέρ (πραγματογνώμων) στα καπνά και γίνηκε υπάλληλος στην Εταιρία Regie (Γαλλικό μονοπώλιο καπνών στην Τουρκία) όπου και δούλεψε σχεδόν όλη του τη ζωή ώσπου διαλύθηκε η Εταιρία αυτή το 1926 είτε 1927. Η καταγωγή του είταν απ’ τη Ρούμελη. Πέθανε στην κατοχή. Αντιδραστικός δε στάθηκε ποτέ και ποτέ δε μούπε ούτε μια λέξη για το δρόμο που τράβηξα. Απ’ την Πόλη ακόμα 1921-22 διάβαζε ευχάριστα τον τύπο μας κυρίως του άρεσε η «Κομέπ». Μα ποτέ δε μπόρεσε να ξεφύγει απ’ την υπαλληλική μικροαστική ψυχολογία, απ’ το φόβο μη χάσει τη θέση του, μην πάθει τίποτε. Στην Ελλάδα ήρθε το 1927 ή 1928 και δούλεψε ώσπου πέθανε σαν αποθηκάριος σε εταιρίες καπνού και στα τελευταία του χρόνια στη Δράμα στην αποθήκη του γαμπρού μου καπνέμπορα Μιχάλη Δρόσου. Ο πατέρας μου περιουσία δεν απόχτησε ποτέ και όλη του τη ζωή την πέρασε σε μεταθέσεις σαν υπάλληλος της Ραζί απ’ τη μιαν άκρη της Τουρκίας στην άλλη. Εμένα προσωπικά ο πατέρας μου μου στάθηκε ξένος· από μικρό παιδί γιατί με χτυπούσε πολύ, εμένα εξαιρετικά, γιατί, όπως έλεγε, τούκανα αταξίες και τον έκθετα στον κόσμο.
Στο σπίτι ποτέ δεν είχαμε πολυτέλεια και ποτέ όσο έμενα στο σπίτι δε γνώρισα πείνα αν και από μικρό παιδί θυμάμαι γκρίνια στο σπίτι γύρω απ’ τα οικονομικά. Ο πατέρας δεν έπινε ποτέ ούτε και έπαιζε. Στα 1899 όντας, σαν υπάλληλος της Ρεζί, στα Άδανα της Κιλικίας (Μικρα-σία) γνώρισε και πήρε τη μάννα μου Ερατώ Πρωτόπαπα. Η Μητέρα είνε και αυτή από μικροαστική οικογένεια. Η μητέρα της (γιαγιά μου) είταν απ’ τη Χίο. Ο πατέρας της (παππούς) είχε φύγει απ’ την πατρίδα του το Καστρί της Κυνουρίας νέος με τον αδελφό του Δημήτρη ζητόντας τύχη. Ο Δημήτρης τράβηξε για την Αλάσκα. Ο παππούς μου έφτιασε μπακάλικο και μετά έκανε και ξενοδοχείο στα Άδανα. Τη μητέρα μου την προίκισε με μετρητά που οι γονιοί μου τ’ απόσυραν απ’ τον παππού μου λίγα-λίγα όταν τα χρειαζόντουσαν. Στα 1900 γεννήθηκαν στα Άδανα οι δυο αδελφές μου Ιφιγένεια και Αλεξάνδρα (Φώφη και Σάσα) δίδυμες. Απ’ τα Άδανα μετατέθηκε στην Αδριανούπολη όπου το 1903 γεννήθηκα εγώ. Το 1915 ξανά στα Άδανα γεννήθηκε ο αδελφός μου Δημήτριος (Μίμης). Στα 1905 ο πατέρας μου μετατέθηκε στα Σκόπια της Μακεδονίας πάντα σαν εξπέρ της Ρεζί. Στα Σκόπια πρωτοπήγα στο σχολείο της Ελληνικής κοινότητας.
Στα 1908 πήγαμε τα παιδιά με τη μητέρα μας στα Άδανα για να δει τους γονιούς του. Εκεί έζησα την τουρκική συνταγματική μεταπολίτευση και τη σφαγή των Αρμενίων. Ξαναγυρίσαμε στα Σκόπια όπου μείναμε ως τους Βαλκανικούς πολέμους. Απ’ τα χρόνια που μείναμε στα Σκόπια έμειναν μέσα μου πολύ ζωηρές και έντονες οι παιδικές εντυπώσεις και αναμνήσεις απ’ τον ένοπλο και εξοντωτικό αγώνα που έκαναν τα χρόνια εκείνα οι μακεδόνες, Έλληνες, Βούλγαροι, Σέρβοι, και Αλβανοί ενάντια στους Τούρκους και συναμεταξύ τους. Στα 1912 ήμουνα στη Θεσσαλονίκη όταν μπήκαν οι Έλληνες. Επειδή η Σερβία και η Ελλάδα δεν αναγνώριζαν τη Ρεζί τον πατέρα μου τον μετέθεσαν στη Νικομήδεια στα 1913. Εκεί τελείωσα το δημοτικό εφτατάξιο σχολείο και στα 1916-17 για 1 χρόνο πήγα στο γυμνάσιο στην Αδριανούπολη όπου στο μεταξύ είχε μετατεθεί και βρισκότανε μόνος του ο πατέρας μας. Η μητέρα μου με τα άλλα τα παιδιά μείναν στη Νικομήδεια. Στην Αδριανούπολη στο γυμνάσιο μια παρέα από μαθητές (ανάμεσά τους και ο Τάσος ο Χαϊνόγλου) πρωτομιλήσαμε για οικονομική δικαιοσύνη και σοσιαλισμό. Στα 1917 έβγαλα την 1η Γυμνασίου και εδώ τελειώνει η σχολική μου εκπαίδευση. Γύρισα στη Νικομήδεια όπου και έπιασα δουλειά και γω στη Ρεζί.
Τέλη 1918 με αρχές 1919 στη Νικομήδεια ένας κύπριος διερμηνέας στον αγγλικό στρατό ο Ευρυπίδης Αναστασιάδης, μου πρωτομίλησε συστηματικά για το σοσιαλισμό, τη ρούσικη επανάσταση, το Λένιν και τους μπολσεβίκους. Τότε είμουνα και αρχηγός της ομάδας προσκόπων. Παραιτήθηκα από αρχηγός γιατί δε συμφωνούσα με το θρησκευτικό προσανατολισμό του προσκοπισμού. Στα 1919 έφυγα κρυφά απ’ το σπίτι για να πάω εθελοντής στον Ελληνικό Στρατό. Με πήρε χαμπάρι η μητέρα μου και με επέμβασή της στο στρατολογικό γραφείο ματαίωσε τη στρατολογία μου. Έτσι έμεινα στην Πόλη όπου έπιασα δουλειά σαν υπάλληλος στον εξάδερφό μου καρβουνέμπορα Ανέστη Σεφεριάδη. Η δουλειά είταν επίβλεψη στις φορτώσεις και εκφορτώσεις, στο λιμάνι με συμμετοχή στη φυσική δουλειά. Εκεί γνώρισα τις πρώτες πείνες γιατί η επιχείρηση ουσιαστικά χρεωκόπησε και ένα χρόνο σχεδόν δεν πληρώθηκα.
Τότε έπιασα δουλειά στο λιμάνι σαν φορτοεκφορτωτής και μετά σε ρυμουλκά και σε καράβια με ταξίδια στη Μαύρη Θάλασσα. Στα 1919 πρωτοπήγα στην πανεργατική της Πόλης, οργάνωση αναρχοσυνδικαλιστική με προσανατολισμό προς τους T.W.W. (βιομήχανοι εργάτες του κόσμου). Μέλος της οργανικό δεν έγινα ποτέ. Εκεί γνώρισα τους Μάξιμο, Σκλάβο, Νικολαΐδη (Γέρο, Παππού) Σγουρή, Βάσο, Μιχαηλίδη, Σακαρέλλο, Τζινιέρη, Κριτικό και άλλους.
Στην Πανεργατική υπήρχε κομμουνιστικός πυρήνας που συνδεότανε με την Κ.Δ. Εκεί άρχισα και την πραχτική επαναστατική μου δουλειά. Στα 1921 οργανώσαμε τη Νεολαία Εργατών και υπαλλήλων με πυρήνα νέων κομμουνιστών που είμουνα ο γραμματέας του. Στα 1922 και 1923 πήγα μπαρκαρισμένος σε καράβι δυό φορές στη Σοβ. Ένωση και γίνηκα μέλος της Ομοσπονδίας Κομμουν. Νεολαιών της Σοβ. Ένωσης απ’ το 1921 με βάση τη Νεολαία της Πόλης. Στα 1921 έγινα και μέλος της Ναυτεργ. Ένωσης της Πόλης. Στα 1922 μέλος του Συνδικάτου εργατών Μεταφοράς της Σοβ. Ένωσης και της Διεθνούς Λέσχης Ναυτεργατών στη Θεοδόσια.














